Όταν τα χαλάσματα… ψιθυρίζουν

Ο χρόνος περνά, τα γεγονότα τρέχουν, οι στιγμές φεύγουν. Διαπερνούν σαν αστραπή τη ζωή μας και μαζί τους παίρνουν κομμάτια απ τον εαυτό μας. Τότε είναι που αρχίζεις να συνειδητοποιείς, ότι ενώ τρέχεις για να προλάβεις τα ιδανικά σου παλεύοντας με ανεμόμυλους, κάτι έχεις αφήσει ξεχασμένο πίσω σου. Τελικά, ότι έμεινε πίσω, είναι ότι αγάπησες περισσότερο. Είναι ένα κομμάτι του εαυτού σου που κάπου στη πορεία το έχασες.


 

Είναι αυτό το κομμάτι που τώρα το θες πάλι πίσω. 

Δύσκολο να περιγράψει κάνεις με σαφήνεια την απόκοσμη αίσθηση που κάποιες φορές ξυπνά μέσα σου ένας συγκεκριμένος τόπος. Είναι πολλές φορές, που οι περισσότεροι από εμάς, έχουμε νοιώσει μια ανεξήγητη έλξη για κάτι όμορφο που αντικρίζουμε μπροστά μας. Όμορφο, στα δικά μας μάτια και με τη δική μας αντίληψη.

Αυτή την αίσθηση ακριβώς, ένοιωσα κι εγώ, όταν αντίκρισα αυτό το ερειπωμένο σπίτι. Αισθάνθηκα ξαφνικά μια απερίγραπτη συμπάθεια γι΄ αυτό το χώρο στον οποίο βρισκόμουν. Με συνεπήρε ξαφνικά μια γλυκιά νοσταλγία. Ότι άγγιζα, ήταν η πόρτα της εισόδου στη χωρά των αναμνήσεων, με σύντροφο μου όλες τις αισθήσεις. Το παλιό, εκεί, μπροστά στα μάτια μου, έγινε καινούριο. Το γκρεμισμένο ερείπιο έγινε αρχοντικό σπίτι. Με συνεπήραν εικόνες, με αγκάλιασαν μυρωδιές, με νανούρισαν ήχοι. Ένοιωσα το παλιό σπίτι να μου ψιθυρίζει κάτι… Αυτός όμως ο ψίθυρος, έκρυβε ένα μεγάλο παράπονο…

 

Έχουν περάσει πολλά χρόνια από την τελευταία φορά που το σπίτι αυτό έσφυζε από ζωή. Αυτό μαρτυρούν τα έντονα σημάδια της φθοράς του χρόνου επάνω του. Του χρόνου, που δεν έδειξε καμία επιείκεια και ανελέητος το διαπέρασε, αφήνοντας πίσω του, μόνο, χαλάσματα. Έχουν γραφτεί ιστορίες στο χώρο αυτό. Έχουν διαδραματιστεί γεγονότα, που σίγουρα, σημαδεύουν ολόκληρες οικογένειες. Έχουν παιχτεί θεατρικές πράξεις που σηματοδοτούν ολόκληρες ζωές. Μελοδράματα, κωμωδίες, τραγωδίες, μονόπρακτα. Όλα όσα χρειάζονται για να παιχτεί αυτή η μεγάλη παράσταση της ζωή μας.

 

Φαντάζομαι, κάποιον, κάποτε να κτίζει με πολύ κόπο και αγάπη αυτό το σπίτι. Αποζητώντας, έτσι, να εξασφαλίσει την οικογένεια του και να στεγάσει κάπου τα όνειρα τους. Αισθάνομαι ότι εδώ υπήρξαν κάποτε, άνθρωποι που ερωτεύτηκαν. Βλέπω γύρω μου χαρούμενες φιγούρες, να γλεντούν σε κάποιον, πιθανό, γάμο. Ακούω χαρούμενες φωνές παιδιών να αντηχούν στα χαλάσματα, ενώ παίζουν ανέμελα στον περίβολο με το σκύλο τους.

Νοιώθω κι εγώ την κούραση τους από το πέρασμα της δύσκολης μέρας στο χωράφι. Νομίζω πως μοιράζομαι μαζί τους ένα κομμάτι ζυμωτό ψωμί, διπλά στο τζάκι, αποκαμωμένος απ τη δουλειά ήλιο με ήλιο. Μοιράζομαι την αγωνία για τις οικονομικές δυσκολίες και το φόβο για το αύριο. Παρατηρώ με κάθε λεπτομέρεια τον πάππου να αρχίζει σιγά σιγά να γερνά και να μην τα καταφέρνει τόσο καλά στη δουλειά, όσο πρώτα. Είμαι κι εγώ εκεί, διπλά στα μελή της οικογενείας που τον φροντίζουν με αγάπη, μέχρι το τέλος. Συνοδεύω κι εγώ τον πάππου, μαζί τους στο στερνό ταξίδι και δακρύζω με τον πόνο τους.

Στέκομαι, μαζί με τη μανά στη πόρτα και γλυκοφιλάμε, ίσως για τελευταία φορά, το πρώτο παιδί που φεύγει για τον πόλεμο και που δεν ξέρουμε αν θα ξαναγυρίσει. Και το δεύτερο, μαζί το αποχαιρετάμε, πάει στη Αθήνα για να σπουδάσει.

Είναι για καλό του το ξέρουμε, αλλά αυτό, μόνο λίγο μικρότερο κάνει τον πόνο του αποχωρισμού. Ντύνουμε τις κόρες νύφες, τις τραγουδάμε, τις γλεντάμε, και όσο κι αν αυτό πονάει, με κάρδια πέτρα, τις οδηγούμε στο μονοπάτι για τη νέα τους ζωή. Η μοναδική, αληθινή ευχή, να περάσουν μια ζωή καλύτερη απ τη δική μας.

Τώρα βλέπω δυο γεροντάκια που έχουν απομείνει μονά τους, να παλεύουν ακόμη, χωρίς να ξέρουν γιατί, με τα λιγοστά πλέον ζώα τους. Είναι άνθρωποι γαλήνιοι και ευγνώμονες για τη ιδία τη ζωή, για τις χάρες και για τις λύπες που τους έδωσε.

Η επομένη σκηνή μου, μια γιαγιά μόνη, στα σκοτεινά, με μοναδικό φως τις λιγοστές φλόγες από το τζάκι, να αναπολεί τις στιγμές που όλοι μαζί κάθονταν ευτυχισμένοι σ αυτό το τζάκι.

 

Μόνη ελπίδα πια ο εγγονός που έρχεται μια φορά στο τόσο απ την Αθήνα να τι δει για λίγο. Πολλές δουλείες αυτό το παιδί και καθόλου χρόνο, να έτσι, να μείνει λίγες μέρες παραπάνω, να με βοηθήσει λίγο με τούτο δω το χάλασμα να το μαζέψουμε λίγο, θα πέσει όλο όπου να ναι.

Μου λέει να πάω μαζί του κι εγώ στη μεγάλη πόλη, εκεί που είναι κι ο πατέρας του, ο γιος μου, να τον δω κιόλας που δεν μπορεί να ρθει αυτός γιατί έχει τα πόδια του. Εγώ όμως δεν πάω πουθενά, εδώ θα μείνω, στο σπίτι μου, ακόμα κι αν πέσει ολάκερο και με πλακώσει.

Ύστερα τίποτα, το σπίτι άδειο, μοναχικό, έρημο, παραδομένο στη φθορά του χρόνου. Είναι σκληρός ο χρόνος και με τα σπίτια όπως και με τους ανθρώπους. Μόνο με τις μνήμες δεν μπορεί να τα βάλει. Μόνο αυτές δεν μπορεί, ούτε να τις φθείρει ούτε να τις καταστρέψει, ο μοναδικός του αντίπαλος.

Όπως στέκομαι ανάμεσα στα ερείπια και ακούω το παράπονο και την ιστορία που μου διήγατε το σπίτι, ένας παράξενος ήχος μας διακόπτει. Ακούγεται πολύ κοντά μου, είναι κάτι που κάνει τα φύλλα να σαλεύουν. Ένα θρόισμα απαλό και κάτι σαν ρουθούνισμα, με αποσπά από τις σκέψεις μου. Περνώ την πόρτα να δω τι είναι και τότε συναντώ μπροστά μου τον νέο ένοικο του σπιτιού που απορημένος, πλησιάζει για να δει ποιος παραβιάζει έτσι αυθαίρετα το προσωπικό του χώρο.


 

 

Είναι ο Ψαρής, ένα περήφανο γεωργαλίδικο άλογο, που παρόλα τα χρόνια του, (όπως αργότερα έμαθα), στέκει , εκεί, αγέρωχος και φύλακας αυτού του χαλάσματος. Είναι η αγαπημένη του τοποθεσία, όπως μου είπε η συμπαθέστατη, ευγενική κυρία που συναντήσαμε. Ήρθε για να φροντίσει το Ψαρή. Είναι δικός της και τον περιποιέται. Ο Ψαρής όμως, είναι ευχαριστημένος, μόνο όταν περιτριγυρίζει αυτό το χώρο, με το περήφανο και ιδιαίτερο γεωγαλίδικο του βάδισμα, που είναι κύριο γνώρισμα του είδους του. Εκείνη μου είπε πως το σπίτι είναι εγκαταλειμμένο αρκετά χρόνια τώρα.

Μου είπε επίσης πως κληρονόμοι υπάρχουν, αλλά η οικονομική κατάσταση δεν τους επιτρέπει ούτε καν να σκεφτούν την αποκατάσταση του. Οι καιροί είναι δύσκολοι, το κόστος της επιβίωσης αβάσταχτο, η αναπαλαίωση του σπιτιού στο χωριό, πολυτέλεια.

Κάπου εκεί η κουβέντα μας τέλειωσε. Κάπου εκεί κι εγώ άρχισα να παίρνω το δρόμο του γυρισμού με τη σκέψη στο σπίτι. Εκεί ακριβώς, το σπίτι έμεινε και πάλι μόνο και εγκαταλελειμμένο, με μόνη συντροφιά τον Ψαρή.

Εκεί έξω είναι ξεχασμένα χιλιάδες σπίτια. Σπίτια που πονούν. Σπίτια πληγωμένα. Σπίτια που κρύβουν όλη μας τη ζωή, τη ζωή ολόκληρης της Ελλάδος, που τώρα υποφέρει στοιβαγμένη στα κουτιά της Αθήνας.

Γιατί οι άνθρωποι στριμωχτήκαν μέσα σ αυτά τα κουτιά; Γιατί στερούνται την ομορφιά αυτών των σπιτιών και την αστείρευτη πηγή ζωής που προσφέρει η φύση;

Ξέρω όλες τις κλισέ απαντήσεις, ευκαιρίες για εργασία, περισσότερες δυνατότητες για τα παιδιά, καλύτερη ποιότητα ζωής(!)

Είναι έτσι όμως;

Είναι έτσι ακόμη και τώρα; Είστε πραγματικά ικανοποιημένοι, καταπλακωμένοι ο ένας πάνω στον άλλον μέσα σε όλον αυτό τον ορυμαγδό της μεγαλούπολης;

 

Θα δώσω εγώ την απάντηση στις ερωτήσεις μου, για να μην σας κουράζω με σκέψεις: Έχετε ξεχάσει να ζείτε. Αυτή είναι η μεγάλη και πικρή αλήθεια. Η ζωή δεν είναι εκεί μέσα, είναι εδώ έξω, στα βουνά μας, στα ποτάμια, στα λιβάδια και στις θάλασσες μας, στα παλιά υπέροχα σπίτια.

Μόνο εδώ ζεις πραγματικά. Μέσα στο χάος των πόλεων απλά επιβιώνεις και όχι για πολύ ακόμη.

Έχετε χιλιάδες αντιρρήσεις ακόμη και πολλά επιχειρήματα για να με αντικρούσετε, βαθιά όμως μέσα σας ξέρετε πραγματικά πόσο δίκιο έχω. Η ελληνική επαρχία έκτισε την Ελλάδα του σήμερα και ακόμη τη στηρίζει. Ήρθε ο καιρός να της το ανταποδώσετε, αλλά κυρίως να δώσετε στον εαυτό σας ότι του αξίζει.

Σκεφτείτε το, οι ευκαιρίες σας στη Αθήνα εξαντλήθηκαν, και τα πράγματα μόνο να χειροτερέψουν μπορούν.

Και δεν θέλω να ακούω άλλο για μεταναστεύσεις στο εξωτερικό. Ένα χρυσωμένο χάπι είναι στη προσπάθεια της αποδυναμώσεως του ελληνικούς έθνους.

Για πιο λόγο να έχουν στρώσει κόκκινα χαλιά τα αλλά κράτη, για να υποδεχτούν τα ελληνόπουλα;

Η κρίση είναι παγκόσμια, η ανεργία το ίδιο κι εξαθλίωση που δημιούργησε ο καπιταλισμός, καλά κρατεί και έχει και μέλλον.

Αυτά που πρεσβεύω είναι αυταπόδειχτα από τον τρόπο ζωής που εγώ η ιδία έχω επιλέξει, εδώ και πολλά χρόνια στη ζωή μου. Από τα 17 μου χρόνια,( ενώ έχω γεννηθεί και μεγαλώσει στην Αθήνα), ζω στη επαρχία από συνειδητή επιλογή. Έχω κάνει οικογένεια και στα παιδιά μου δεν λείπει τίποτα από όσα νομίζετε ότι θα τους λείπουν. Κάνουν αγγλικά, γαλλικά, ποδόσφαιρο, ταεκ βο ντο, χορό, κιθάρα και μαντέψτε… κάτι που τα δικά σας δεν θα μπορέσουν να κάνουν ποτέ, παίζουν έξω, στο δρόμο, στη πλατεία, στη αλάνα με τους φίλους τους, μέχρι αργά, χωρίς να έχουν κανένα κίνδυνο και χωρίς να φοβάμαι τίποτα από αυτά που θα με έκαναν να τρέμω σε μια πόλη.

Τολμώ να πω είμαι ευτυχισμένη, γιατί έχω τόσα πολλά γύρω μου που με κάνουν ευτυχισμένη. Μια μικρή βόλτα στο Λούσιο ποταμό που έλουζε το Δια ή στο ιερό βουνό των Αρκάδων , το Λύκαιο, είναι ικανή για να σας πείσει ότι έχω απόλυτο δίκιο.

Αφήστε λοιπόν τον εαυτό σας ελεύθερο και σκεφτείτε τι αξίζει σ αυτή τη ζωή και τι όχι. Μην αφήνετε άλλο το χρόνο να τρέχει άσκοπα. Είναι πολύτιμες όλες οι στιγμές που χάνονται και δεν ξαναγυρνούν. Μην τις αφήνετε ανεκμετάλλευτες. Επαναπροσδιορίστε τους στόχους σας. Τίποτα δεν είναι εύκολο και τίποτα δεν μας χαρίζετε αβίαστα. Αν με ρωτήσετε , τι δουλειά θα κάνουμε στη επαρχία, θα σας απαντήσω, ο καθένας ότι ξέρει να κάνει. Όλοι κάτι ξέρουν να κάνουν καλά.

Η Ελλάδα χρειάζεται επανεκκίνηση και ήρθε η ώρα να την ξεκινήσουμε.

Όπως είπε κάποτε ο Οδυσσέας Ελύτης:

Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.


 

Γραμμένο από τη Βασιλική Σαμουρίδη, βασισμένο σε μια ιδέα του Ιωάννη Αδαμόπουλου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Translate