Το Ναύπλιο είναι γνωστό για το Μπούρτζι, μικρό φρούριο χτισμένο σε νησίδα μέσα στο λιμάνι, για το Παλαμήδι, ενετικό φρούριο που δεσπόζει στην πόλη, για την Ακροναυπλία (τουρκ. Ιτς-Καλέ), έτερο φρούριο ενετικό, επί της ομώνυμης χερσονησίδας, καθώς και ως τόπος δολοφονίας του Ιωάννη Καποδίστρια.

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία στην τοποθεσία της σημερινής πόλης ίδρυσε ο Ναύπλιος τη Ναυπλία, η οποία οχυρώθηκε με κυκλώπεια τείχη. Αρχαιολογικά ευρήματα αποδεικνύουν την ύπαρξη της πόλης από τα μυκηναϊκά κιόλας χρόνια.
Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821, η πρώτη πολιορκία του Ναυπλίου έλαβε χώρα από τις 4-10 Απριλίου 1821, δια ξηράς και θαλάσσης (με επικεφαλής την Μπουμπουλίνα).

Ακολούθησε άλλη μια η οποία χαλάρωσε από τον Κεχαγιά μπέι και μια υπό τον Νικήτα Σταματελόπουλο. Παράλληλα δύο αγγλικά πλοία παρείχαν προμήθειες στους πολιορκούμενους. Τις 18 Ιουνίου 1822 οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν, αλλά ενισχύσεις από τον Δράμαλη καθυστέρησαν τη συνθήκη. Τις 30 Νοεμβρίου 1822, οι Έλληνες κατάφεραν να εισβάλλουν κρυφά στο Παλαμήδι μέσα στη νύχτα υπό την αρχηγία του Στάικου Σταϊκόπουλου και τελικά, τις 3 Δεκεμβρίου 1822, η φρουρά παραδόθηκε. Στις 18 Ιανουαρίου 1823, το Ναύπλιο ορίστηκε έδρα της κυβερνήσεως, η οποία εγκαταστάθηκε εκεί τον Ιούνιο του 1824, και τις 4 Μαΐου 1827, με απόφαση της γ΄Εθνοσυνέλευσης, «καθέδρα» της κυβέρνησης. Το πρώτο Φύλλο της Εφημερίδα της Κυβερνήσεως τυπώθηκε στο Ναύπλιο τις 22 Σεπτεμβρίου 1825. Το εκτελεστικό στεγάστηκε στο κονάκι του Αγά Πασά και το βουλευτικό στον τεκέ του Αγά Πασά. Η επιλογή του Ναυπλίου ως πρωτεύουσα έγκειται στο γεγονός ότι ήταν παραθαλάσσιο, και θα μπορούσε να ανεφοδιαστεί δια θαλάσσης σε περίπτωση πολιορκίας.

Επίσης, ήταν κοντά στις Σπέτσες και στην Ύδρα και μπορούσε να ελέγχει αρκετές περιοχές της Πελοποννήσου και θαλάσσιες διαδρομές. Η έδρα της κυβέρνησης μεταφέρθηκε προσωρινά στην Αίγινα από τον Αύγουστο του 1827 μέχρι τις 3 Μαρτίου 1829 για λόγους ασφαλείας, αλλά η καθέδρα παρέμεινε στο Ναύπλιο.

Ο μουσουλμανικός πληθυσμός του έφυγε, εκτός από κάποιους αιχμάλωτους αξιωματούχους. Οι οχυρώσεις, τα άδεια σπίτια και η ασφάλεια που προσέφερε οδήγησαν το Ναύπλιο να γίνει δέκτης μεγάλου αριθμού προσφύγων, ιδίως μετά την απόβαση του Ιμπραήμ Πασά και την πτώση του Μεσολογγίου το 1826, οδηγώντας το σε κατάσταση υπερπληθυσμού. Ο μεγάλος πληθυσμός, οι κακές συνθήκες υγιεινής, το κοντινό έλος, η έλλειψη πόσιμου νερού συνέβαλαν στην εμφάνιση επιδημιών πανώλης και ελονοσίας. Οι πρόσφυγες αποχώρησαν από το Ναύπλιο τα επόμενα χρόνια και το 1829, το Ναύπλιο αριθμούσε 5.550 κατοίκους, σύμφωνα με στοιχεία γαλλικής αποστολής, ενώ το 1853 3.435 κατοίκους.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο τις 8 Ιανουαρίου 1828. Το Ναύπλιο ξανασχεδιάστηκε, σε πολεοδομικό σχέδιο Σταμάτη Βούλγαρη, ο οποίος είχε έρθει μαζί με τον Καποδίστρια, το οποίο χρησιμοποιούσε ορθογωνικό σχέδιο, με πλατείες και ευθύγραμμους δρόμους. Πολλά οθωμανικά κτίρια, όπως τα χαμάμ και τα σαχνισιά, ή γκρεμίστηκαν ή άλλαξαν χρήση. Το 1828 κτίστηκε το προάστιο Πρόνοια για τη στέγαση των προσφύγων. Επίσης ανακαινίστηκε και το νοσοκομείο και έγιναν προσπάθειες για τη δημιουργία δικτύου ύδρευσης και αποχέτευσης. Στο Ναύπλιο ιδρύθηκε το πρώτο αλληλοδιδακτικό σχολείο στην Ελλάδα. Το 1829 κτίστηκε το ανάκτορο του κυβερνήτη. Ο Ιωάννης Καποδίστριας δολοφονήθηκε τις 9 Οκτωβρίου 1831 από μέλη της οικογένειας Μαυρομιχάλη μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο. Η χώρα βυθίστηκε σε περίοδο αναρχίας μέχρι την άφιξη του βασιλιά Όθωνα, ο οποίος αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο τις 25 Ιανουαρίου 1833. Με τη μεταφορά της πρωτεύουσας το 1834 στην Αθήνα, το Ναύπλιο μετατρέπεται σε μια τυπική επαρχιακή πόλη.

 

Την 1η Φεβρουαρίου 1862 ξέσπασε στο Ναύπλιο στρατιωτικό κίνημα με στόχο την εκθρόνιση του βασιλιά Όθωνα, το οποίο αποκλήθηκε Ναυπλιακά. Αν και αποτυχημένο, οδήγησε στην έξωση του Όθωνα λίγους μήνες αργότερα.

Τα θαλάσσια τείχη κατεδαφίστηκαν το 1867, για να δημιουργηθεί η λεωφόρος Αμαλίας, το 1894-5 τα ανατολικά τείχη και επιχωματώθηκε η τάφρος ώστε να κατασκευαστεί σιδηροδρομικός σταθμός, ενώ το 1929 κατεδαφίστηκαν δύο προμαχώνες, για τη δημιουργία της πλατείας Καποδίστρια και σχολείων.Το 1962, η παλιά πόλη του Ναυπλίου, μεταξύ του σιδηροδρομικού σταθμού και της θέσης “Πέντε Αδέλφια”, χαρακτηρίστηκε αρχαιολογικός χώρος και διατηρητέο μνημείο.

Μετά την μικρασιατική καταστροφή το 1922 και την ανταλλαγή πληθυσμών το 1923 στο Ναύπλιο, το οποίο τότε αριθμούσε 6.000 κατοίκους, εγκαταστάθηκαν περίπου 900 πρόσφυγες. Ο χώρος ο οποίος ορίστηκε ότι θα κάλυπτε τις στεγαστικές τους ανάγκες ήταν αυτός που οριζόταν από τις οδούς Ασκληπιού – Αγαπητού – Άργους – Παλαιολόγου – Λάμπρου – Χαρμαντά – Τσιλικανίδου και βρισκόταν στα βορειανατολικά του Ναυπλίου. Είχε έκταση 50 στρέμματα. Η κατασκευή των πρώτων προσφυγικών κατοικιών έλαβε χώρα το 1929, αν και οι απαλλοτριώσεις ολοκληρώθηκαν το 1939. Σήμερα αποτελεί τον συνοικισμό Νέο.

Το Παλαμήδι είναι φρούριο στο Ναύπλιο το οποίο κατασκευάστηκε το 1687 από τους Βενετούς, ύστερα από την κατάληψη του λόφου στον οποίο βρίσκεται, μετά από σφοδρή μάχη με τους Οθωμανούς κατά τον Βενετοτουρκικό Πόλεμο. Ο λόφος πάνω στο οποίο βρίσκεται έχει ύψος 216 μέτρα και η ανάβαση στο Παλαμήδι γίνεται είτε μέσω αμαξιτής οδού είτε μέσω μιας σκάλας με 999 σκαλοπάτια. Το 1715, κατά την διάρκεια του τελευταίου Βενετοτουρκικού Πολέμου οι Οθωμανοί το κυρίευσαν αφού ανατίναξαν τμήμα του.
Κατά την διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 οι Τούρκοι οχυρώθηκαν στο Παλαμήδι αλλά στις 30 Νοεμβρίου 1822 οι Έλληνες το κατέλαβαν έπειτα από μάχη στην οποία συμμετείχαν ο Στάικος Σταϊκόπουλος ο Μοσχονησιώτης και 300 άνδρες.
Μετά την Επανάσταση, το Παλαμήδι χρησίμευσε σαν φυλακή, στην οποία το 1833 φυλακίστηκε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και αποφυλακίστηκε 11 μήνες μετά , έπειτα από χάρη του βασιλιά Όθωνα 867.
Η παράδοση μάλιστα θέλει να έμειναν 999 σκαλοπάτια, καθώς το χιλιοστό έσπασε ο Κολοκοτρώνης καθώς ανέβαινε με το άλογό του! Στην πραγματικότητα τα σκαλιά του Παλαμηδίου δεν ξεπερνούν τα 857.

Οι αδέκαστοι δικαστές Πολυζωίδης -Tερτσέτης
Ήταν αυτοί που αρνήθηκαν να υπογράψουν τη θανατική καταδίκη των Θ. Κολοκοτρώνη – Δ. Πλαπούτα.
Σ αυτό το δικαστήριο στην στημένη δίκη του Κολοκοτρώνη, στις 16 Απριλίου του 1834, ήταν αυτοί που αντιστάθηκαν με πυγμή και αντρίκο θάρρος και δεν υπέκυψαν στους εκβιασμούς του Μάσoν και τον υπολοίπων.

– Σας διατάσσω να την υπογράψετε.

– Προτιμώ να μου κόψουν το χέρι, αλλά δεν την υπογράφω!

– Εσείς τουλάχιστον, Τερτσέτη, θα υπογράψετε, ναι ή όχι;

– Όχι! Δεν θα με έχετε συνεργόν στον φόνον δυο ανθρώπων.

Απόφαση τους για την οποία παραπέμφθηκαν κι αυτοί σε δικη, αλλά αθωώθηκαν πανηγυρικά!
Από τότε έμειναν για πάντα ιεροί θεματοφύλακες της ελληνικής δικαιοσύνης.

 

 

Είναι περιττές οι συστάσεις για την πρώτη πρωτεύουσα των Ελλήνων, τον πρώτο κυβερνήτη της και το πολυτραγουδισμένο Παλαμήδι της.

 

Ο Φοίνικας του Καποδίστρια.
Αυτός είναι ο πρώτος φοίνικας που φυτεύτηκε στην ελεύθερη Ελλάδα και τον φύτεψε ο Ιωάννης Καποδίστριας, λέγεται επίσης πως αυτό για κάποιο διάστημα ήταν το σπίτι του, όχι με την τωρινή μορφή του φυσικά, αλλά στην αρχική. Ο φοίνικας αυτός ανήκει στον κατάλογο των 51 φυσικών διατηρητέων μνημείων. Δυστυχώς μετά από πολλά χρόνια μια νύχτα στις 13 Δεκέμβρη του 2008, λόγο πολύ άσχημων συνθηκών το άνω τμήμα του κόπηκε εντελώς. Τον είχα δει ολόκληρο πολλές φορές και τώρα στεναχωριέμαι πολύ που δεν είχα καταφέρει να τον φωτογραφίζω τότε.
 

Το πρώτο φαρμακείο της Ελλάδος, εκεί που ταρίχευσαν τον μοναδικό πραγματικό κυβερνήτη αυτή της χώρας τον Ιωάννη Καποδίστρια.
Απορίας άξιο που 180 χρόνια μετά η Αγγλία δεν ανοίγει ακόμη το φάκελο της δολοφονίας του.
Σημειωτέον ότι ο Γεώργιο Μαυρομιχάλη κατέφυγε στην Γαλλική πρεσβεία αμέσως μετά τη δολοφονία όπου και του δόθηκε άσυλο.
Επική κι φράση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, που παρόλο που οι οικογένεια αυτή έδωσε πάνω από 60 άτομα στον αγώνα της απελευθέρωσης, το αίμα του Καποδίστρια θα τους βαραίνει για πάντα, είπε, λοιπον, λίγο πριν το τέλος: ”Ανάθεμα στους Αγγλογάλλους που ήσαν η αιτία κι εγώ έχασα τους δικούς μου, και το Έθνος έναν άνθρωπο που δε θα τονε μεταβρει και το αίμα του με παιδεύει ως τώρα…”
Και τι καταφέραμε? Να γίνουμε έως σήμερα ότι φοβόνταν ο Καποδίστριας περισσότερο, η χώρα που αγάπησε, η χώρα για την οποία έζησε και πέθανε, έγινε ο χειρότερος εφιάλτης του.
Παραδομένη στους ξένους κατακτητές, αποικία της Δύσης, ξανά και μάλλον για πάντα.

 

Η πρώτη Βουλή των Ελλήνων
Μια καλήμερα από το χειμωνιάτικο Ναύπλιο και μια συνέχεια στο μακρύ ιστορικό ταξίδι μας στην αιώνια αυτή πόλη.
Από το φθινόπωρο του 1825 μέχρι την άνοιξη του 1826, στο τζαμί, το οποίο είχε διαμορφωθεί εν τω μεταξύ από τον αρχιτέκτονα Βαλλιάνο, στεγάστηκε η Βουλή των Ελλήνων. Εξού και η ονομασία Βουλευτικό, με την οποία είναι γνωστό το κτήριο μέχρι σήμερα. Εδώ υπογράφηκαν τα πρώτα συνταγματικά διατάγματα της Ελλάδος και εδώ έγινε και η δίκη στων οπλαρχηγών Θ. Κολοκοτρώνη και Δ. Πλαπούτα
Σήμερα, χρησιμεύει ως συνεδριακός χώρος ενώ στο ισόγειό του λειτουργεί η Δημοτική Πινακοθήκη

 

Το πρώτο δημόσιο Γυμνάσιο της σύγχρονης Ελλάδας

Με διάταγμα του Βασιλιά Όθωνα ιδρύεται το 1833 το πρώτο δημόσιο Γυμνάσιο της ελεύθερης Ελλάδας στο Ναύπλιο.
Αρχικά το Γυμνάσιο στεγάστηκε σε υπάρχον παλαιό κτίριο.
Το κτίριο του Γυμνασίου κτίστηκε το 1857 και αρχικά ήταν μονόροφο. Επεκτάθηκε αργότερα, το 1893 με την προσθήκη των δυο επιπλέον ορόφων.
Το κτίριο του Γυμνασίου είναι το δεύτερο, μετά από εκείνο της Σύρου, που κτίστηκε με σκοπό να στεγάσει δημόσιο σχολείο βασικής και μέσης εκπαίδευσης.
Το Γυμνάσιο λειτούργησε στο κτίριο αυτό μέχρι το 1935 και στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε νεόδμητο κτίριο που βρίσκεται σε μικρή απόσταση.
Σήμερα στο κτίριο στεγάζεται το Δημαρχείο της πόλης.

Το χρονικό μια δολοφονίας…

Της δολοφονίας που έμελλε να σηματοδοτήσει την κατηφόρα αυτού του κατατρεγμένου έθνους.

Το σημείο της δολοφονίας του πρώτου και ίσως και τελευταίου πραγματικού κυβερνήτη της Ελλάδος.
Δεξιά της πόρτας, υπάρχει ακόμη το σημείο που ”βρήκε” μια από τις σφαίρες.

”Το κυριακάτικο πρωινό της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 στις 6.45′ περίπου με το παλιό ημερολόγιο, στην πόρτα του Αγίου Σπυρίδω­νος δολοφονήθηκε ο πρώτος Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας.

Ο κυβερνήτης το πρωινό της αποφράδας εκείνης ημέρας ξεκίνησε για να εκκλησιαστεί, όπως συνήθιζε, στον Άγιο Σπυρίδωνα, προστάτη άγιο της πατρίδας του της Κέρκυρας. Βγήκε από την κυβερνητική κατοικία, το γνωστό παλατάκι, αργότερα κατοικία και του Όθωνα, (που βρισκόταν στο χώρο όπου σήμερα βρίσκεται το άγαλμα του Όθωνα), από την κύρια ανατολική καμαρωτή είσοδο προς την πλατεία Σιντριβανιού, σημερινή πλατεία Τριών Ναυάρχων, φορώντας τη βαθυγάλαζη ρεντικότα, άσπρο παντελόνι και βαθυγάλαζο καπέλο, συνοδευόμενος από τους δυο φρουρούς, τον Γ. Κοζώνη και Α. Λεωνίδα, έστριψε δεξιά και έφθασε στο Μεγάλο Δρόμο (οδό Βασ. Κων/νου), ακολούθησε πορεία προς τα δυτικά και σε λίγο συνάντησε, την σημερινή οδό Αγγέλου Τερζάκη, (πρώην Ε. Σωφρόνη), και έστριψε αριστερά κατευθυνόμενος προς τον Άγιο Σπυρίδωνα.

Προχώρησε στην οδό Αγγέ­λου Τερζάκη λίγα μέτρα και στην συμβολή των οδών Δ. Πλαπούτα και Αγγέλου Τερζάκη μέσα στο μουχρωμένο πρωινό πάνω στο σταυροδρόμι συνάντησε μπροστά του κακό σημάδι, τους δυο Μαυρομιχαλαίους, Κωνσταντίνο και Γεώργιο ντυμένους με τα καλά τους, φορώντας φουστανέλες, συνοδευόμενους από δυο φρουρούς τον Ι. Καραγιάννη και τον Α. Γεωργίου διότι ήταν υπό επιτήρηση, με τον οπλισμό τους, καινούριες μπιστόλες που είχαν αγοράσει πριν από λίγες μέρες από μαγαζί του Ναυ­πλίου.

Οι Μαυρομιχαλαίοι κατοικούσαν σε μικρή απόσταση ανατολικότερα από τον τόπο συνάντησης στην οδό Γ. Τερτσέτη, πάροδο της οδού Πλαπούτα μεταξύ της πλατείας του Αγίου Γεωργίου και της οδού Αγγέλου Τερζάκη, και είχαν βγει με κακό σκοπό, αναζητώντας πρωΐ – πρωΐ την Κυριακή τον Κυβερνήτη για ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τον γνωστό μανιάτικο τρόπο για λόγους τιμής. Ο κυβερνήτης τους χαιρέτησε βγάζοντας το καπέλο του αμίλητος, εκείνοι ξαφνιάστηκαν και του ανταπέδωσαν σιωπηλοί τον χαιρετισμό. Στη συνέχεια ο Κυβερ­νήτης συνέχισε απρόσκοπτα με τους δυο συνοδούς φρουρούς του την πορεία του προς την εκκλησία, ακολουθώντας το καθιερωμένο σύντομο δρομολόγιο του κυριακάτικου εκκλησιασμού του με αργό περπάτημα συνολικής διάρκειας επτά λεπτών περίπου. Έστριψε δεξιά στην αρχή της οδού Σταϊκοπούλου και προχώρησε προς την εκκλησία.
Οι Μαυρομιχαλαίοι μετά τον χαιρετισμό μέσα στο πρωινό δεν ακολούθησαν τον Κυβερνήτη, αλλά έφυγαν γρήγορα ανηφορίζοντας νότια της οδού Τερζάκη το ανηφορικό στενό με τα σκαλοπάτια, διέσχισαν στη συνέχεια τη μικρή πλατεία μπροστά από την εκκλησία και έφτασαν νωρίτερα στον Άγιο Σπυρίδωνα, όπου περίμεναν τον Κυβερνήτη στην πόρτα της εκκλησίας, όπως έκαναν και την προηγούμενη Κυριακή, αλλά ο Κυβερνήτης έγκαιρα ειδοποιημένος δεν είχε πάει στην εκκλησία.

Ο Κυβερνήτης αφού προχώρησε αριστερά (δυτικά) στην αρχή της οδού Σταϊκοπού­λου, έστριψε δεξιά στο πρώτο στενό ανηφορικό δρόμο, που οδηγεί από την Σταϊκο­πούλου, στην πλατεία του Αγίου Σπυρίδωνα, μπροστά από το ιερό της εκκλησί­ας. Μόλις ανέβηκε τον ανηφορικό δρόμο και πρόβαλε στο στενό του Αγίου Σπυρίδωνα, σημερινή οδό Ιωάννη Καποδίστρια, κοντοστάθηκε για λίγο να αναπνεύσει και να ξεκουραστεί, αλλά αντίκρυσε ξανά μπροστά του τον Κωνσταντίνο Μαυ­ρομιχάλη, να στέκεται έξω στη δεξιά πλευρά της πόρτας της εκκλησίας, υποπτεύθη­κε το κακό, έστρεψε για λίγο το κεφάλι του προς τα ανατολικά στη μικρή πλατεία, όπου βρισκόταν η οικία του υπουργού Ροδίου, και αψηφώντας τον κίνδυνο και με πίστη στο θεό συνέχισε την ηρωική πορεία του προς τον τόπο του μαρτυρίου.

Όπως προκύπτει από τη δικογραφία δημοσιευμένη στη Γενική Εφημερίδα, ο Κυβερνήτης μόλις έφθασε στην πόρτα και πάτησε το πόδι του στο πλατύσκαλο και έμπαινε στην εκκλησία, ο Κων/νος Μαυρομιχάλης, κρατώντας με το αριστερό κατεβασμένο χέρι το φέσι του, σήκωσε το δεξιό χέρι που κρατούσε κρυμμένη την οπλισμένη μπιστόλα κάτω από λευκό μπουρνούζι, τράβηξε τη σκανδάλη και τον πυροβόλησε εκ των όπισθεν στην πίσω δεξιά πλευρά της κεφα­λής, ενώ συγχρόνως ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης, που στεκόταν στην εσωτερική πλευρά της πόρτας, όρ­μησε και τον χτύπησε με μαχαίρι στη δεξιά πλευρά της κοιλιάς στη βουβωνική χώρα.

Στη συνέχεια ο I. Καραγιάννης ένας από τους φρουρούς των Μαυρομιχαλαίων, ο οποίος στεκόταν εξωτερικά της εκκλησίας απέναντι στην είσοδο της εκκλησίας κοντά στην τούρκικη κρήνη, πυροβόλησε άστοχα κατά των φρουρών του Καποδίστρια, αλλά η σφαίρα αστόχησε και χτύπησε στη δεξιά πλευρά της πόρτας όπου σώζεται και σήμερα η λαβωματιά της πέτρας από το κτύπημα της σφαίρας.

Ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχά­λης μετά το φονικό ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλοπάτια στο απέναντι σοκκάκι από την πόρτα του Αγίου Σπυρίδωνα, την οδό Πλάτωνος, αλλά τον πυροβόλησε θανάσιμα ο μονόχειρας φρουρός του Καποδίστρια, Γ. Κοζώνης. Ο Κωνσταντίνος, θανάσιμα τραυματισμένος, ανέβηκε τη σκάλα, έστριψε αριστερά στο σοκκάκι αναζητώντας καταφύγιο σε σπίτια της περιοχής ξεσηκώνοντας με τις φωνές τη γειτονιά.

Συνελήφθη όμως σε λίγο, η πόλη ολόκληρη αναστατώθηκε από το φονικό του Κυβερνήτη, το οργισμένο πλήθος και στρατιώτες τον λιντσάρισαν, κτυ­πώντας τον με ξύλα και σπαθιά και τον έσερναν στα καλντερίμια τ’ Αναπλιού ως την πλατεία του Πλάτανου (Συντάγματος), μπροστά από το ενετικό κτίριο του στρατώνα (σημερινό Μουσείο), όπου εξεψύχησε. Το οργισμένο πλήθος έριξε το άψυχο κορμί του στη θάλασσα. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης αμέσως μετά το φονικό, μαζί με τους δυο φρουρούς των Μαυρομιχαλαίων έφυγε προς τα δυτικά της εκκλησίας τρέχοντας προς το Βου­λευτικό, ακολουθώντας στη σημερινή οδό Καποδιστρίου, και κατέφυγε στη Γαλλι­κή πρεσβεία, που βρισκόταν στην οδό Σταϊκοπούλου, δυτικότερα από το Μουσείο, δίπλα στην οικία του ταγματάρχη Θ. Βαλλιάνου, λέγοντας «τον σκοτώσαμε… χίλια κομμάτια έγινε…».

Στη συνέ­χεια παραδόθηκε στις αρχές, φυλακίστηκε δικάσθηκε από στρατοδικείο και εκτελέσθηκε διά τουφεκισμού στις 10 Οκτωβρίου στην Πλατεία, έξω από τα ανατολικά τείχη της πόλης και της Πύλης της Ξηράς, στην περιοχή που σήμερα βρίσκεται το κτίριο του ΟΤΕ και ο σταθ­μός του τραίνου. Το φονικό του Κυβερνήτη βύθισε σε βαθύ πένθος και απογοήτευση το πα­νελλήνιο. Ο Κυβερνήτη Ιωάννης Καποδίστριας προσέφερε τον εαυτό του θυσία και με το αίμα του βάφτηκε στο Ναύπλιο η πόρτα του Αγίου Σπυρίδωνα, προστάτη της πατρίδας του της Κέρκυρας. Με την δολοφονία του κόπηκε βίαια η προσπάθεια ανάκαμψης και εκσυγχρονισμού του μόλις ελεύθερου νέου Ελληνικού κράτους. Ο θάνατος του Κυβερνήτη έγινε λαϊκός θρήνος, μέσα από τα δημοτικά τραγούδια. Ο χώρος της δολοφονίας του I. Καποδίστρια στο Ναύπλιο είναι ένας από τους τραγικότερους και ιερότερους χώρους της πατρίδας μας.

Μπροστά από την εκκλησία, λίγο πριν την είσοδο, υπάρχει ακόμα το καντήλι, στον τόπο μαρτυρίου του Κυβερνήτη. Ο άδικος και τραγικός θάνατος του I. Καποδίστρια παραμένει ζωντανός στη μνήμη των Ελλήνων που επισκέπτονται καθημερινά τον μαρτυρικό τόπο του θανά­του του.”

…γράφει ο Χρήστος Πιτερός, Αρχαιολόγος Δ’ ΕΠΚΑ Ναυπλίου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Translate